Εκτύπωση

Κατερίνα Γώγου, η ασυμβίβαστη

Κατηγορία: Αφιερώματα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Βαθμολογία 0.00 (0 Ψήφοι)

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιούνη 1940. Από πολύ μικρή, 5 χρονών, ως παιδί θαύμα, δούλεψε σε παιδικούς θιάσους και στη συνέχεια επαγγελματικά, σαν ηθοποιός στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες("Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο/1959", "Άπονη ζωή/1964", "Δεσποινίς Διευθυντής/1964", "Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα/1965", "Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση/1971" κ.ά.) , ενώ στο θέατρο έπαιξε από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία(θίασος Κ. Κουν). Πρωταγωνίστησε στις εξής ταινίες : α) «Το & βαρύ πεπόνι»(Π. Τάσιου, 1977 κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), β) «Παραγγελιά»(Π. Τάσιου, 1980 μέρος της ταινίας βασίζεται σε ποιήματά της) και γ) «Όστρια»(Α. Θωμόπουλου, 1984 / συνεργάστηκε στο σενάριο / πήρε το Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιράστηκε το Βραβείο Σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο). Την Τετάρτη το απόγευμα, 6 Οκτωβρίου 1993, μια είδηση ακούστηκε στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις “Η ηθοποιός Κατερίνα Γώγου, 53 ετών, βρέθηκε νεκρή την Κυριακή, αλλά μόλις χθες διαπιστώθηκε η ταυτότητα της”, έλεγαν οι εκφωνητές λίγο πριν μεταδώσουν το δελτίο καιρού της επόμενης μέρας. Η Κατερίνα αυτοκτόνησε στις 3-10-1993  

Καμμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις. Φοράς κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις. Έχω μείνει στη θέση που με άφησες για να με ξαναβρείς. Όμως πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί τα νύχια μου μακρύνανε και οι φίλοι μου με φοβούνται. Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες έχω χάσει την φαντασία μου και κάθε φορά που ακούω "Κατερίνα" τρομάζω. Νομίζω ότι πρέπει να καταδώσω κάποιον. Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον που λέγανε πως είσαι εσύ. Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες, γιατί γράψανε ότι σου ρίξανε στα πόδια. Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο Στόχος το νου σου ε;

25 ΜΑΪΟΥ

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα βγω στους δρόμους όπως και χτες. Και δεν θα συλλογιέμαι παρά ένα κομμάτι από τον πατέρα κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα -αυτά που μ' άφησαν- και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. Και τους φίλους μας που χάθηκαν. Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα ίσα ολόισα στη φωτιά και θα μπω όπως και χτες φωνάζοντας "φασίστες!!" στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες μ' ένα κόκκινο λάβαρο ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο. Θ' ανοίξω την πόρτα και είναι -όχι πως φοβάμαι- μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα και πως εσύ πρέπει να μάθεις να μην κατεβαίνεις στο δρόμο χωρίς όπλα όπως εγώ - γιατί εγώ δεν πρόλαβα- γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ "έτσι" "αόριστα" σπασμένη σε κομματάκια από θάλασσα, χρόνια παιδικά και κόκκινα λάβαρα. Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα χαθώ με τ΄όνειρο της επανάστασης μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται, μες την απέραντη μοναξιά των χάρτινων οδοφραγμάτων με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!- Προβοκάτορας.

Θαρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. Να  το θυμάσαι Μαρία. Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη -μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα. Άκου θάρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς δε θα βγαίνουν στην τύχη Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές με γυρμένους απέξω Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε δε θάμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα κι άλλοι με νότες. Να φυλάξεις μονάχα σε μια μεγάλη φιάλη με νερό λέξεις και έννοιες σαν και αυτές απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός για το μάθημα της ιστορίας. Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. Και θαρθούνε κι άλλοι. Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά- τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: "Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος". Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ' όλα αυτά Μαρία.

«Πάει Αυτό ήταν. Χάθηκε η ζωή μου φίλε μέσα σε κίτρινους ανθρώπους βρώμικα τζάμια και ανιστόρητους συμβιβασμούς. Άρχισα να γέρνω σαν εκείνη την ιτιούλα Που σου ‘χα δείξει στην αρχή του δρόμου. Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω. Είναι το γαμώτο που δεν έζησα. Και ούτε που θα σε ξαναδώ.

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς. Κάνουν ότι λάχει. Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν έρημους Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος επαγγελματίες επαναστάτες παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα για να κοιμηθούν αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται. Εμένα οι φίλοι μου είναι σύρματα τεντωμένα στις ταράτσες παλιών σπιτιών Εξάρχεια Βικτόρια Κουκάκι Γκύζη. Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια Τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες απειλητικές σιωπές κολπίτιδες ερωτεύονται ομοφυλόφιλους τριχομονάδες καθυστέρηση το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς. Κάνουν ότι λάχει. Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει. Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα στα χέρια σας. Στο λαιμό σας. Οι φίλοι μου.

Μοιράσου το

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση